Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΑΡΑ

Το ξέρουν όλα τα μωρά, που συχνάζουν στην τραμπάλα. Όταν ο ένας είναι πάνω, ο άλλος είναι κάτω. Βάζει ο πρώτος το κορμί του να σηκώσει το βάρος του απέναντι, καρφώνει τα πόδια του στο χώμα, γίνεται στήριγμα, βαρίδι και θεμέλιο. Ατενίζει ο δεύτερος τον κόσμο από ψηλά, απολαμβάνει άνεση, ελευθερία και θέα. Χαίρεται τα πρωτεία του και τη μαγκιά του. Καταλαβαίνει, κάποτε, πως ήρθε η σειρά του να στηρίξει. Συνεργάζεται, προσγειώνεται, κρατάει γερά, για ν΄ απογειωθεί ο φίλος. Και πάει λέγοντας. Δε γίνεται αλλιώς. Δεν το επιτρέπει η κυκλοφορία. Κάτι σαν τα παλιά μονά ζυγά. Το κόκκινο και το πράσινο. Το σταμάτα και ξεκίνα.  Το θέμα είναι, βέβαια, να μη μπλοκάρει το σύστημα. Γιατί αν είναι να μένει πάντα ο ίδιος πάνω κι αντίστοιχα ο ίδιος κάτω, τότε δεν πρόκειται για τραμπάλα, αλλά για μεγάλη αδικία της ζωής. Τότε πρόκειται για σκάνδαλο της μοίρας. Για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Και καλά, αυτός που βρίσκεται συνέχεια στα ψηλά, ποιός τη χάρη του, ο άτιμος καλοπερνάει. Ο άλλος, που ακουμπάει συνεχώς στη γη, πόσες αντοχές να μαζέψει δηλαδή? Πόσα κουράγια? Η ζωή είναι ομαδική υπόθεση. Κανείς δεν παίζει μόνος του. Κανείς δεν κρατάει μόνιμα την μπάλα. Μόνος του παίζει μόνο ο νεκρός. Νεκρό, δε σ΄ ενοχλεί κανένας. Πιάνεις το τσιφλίκι σου και σαπίζεις ανενόχλητος με το πάσο ή τη βιασύνη σου, αυτοκαλλιεργείσαι. Εσύ κάνεις τα κουμάντα. Όμως, ο ζωντανός εξαρτάται. Κι αυτή η εξάρτηση είναι μεγάλο πράγμα. Είναι το φτερό που σε πετάει μακριά και ταξιδεύεις, το σχοινί που σε τραβάει πίσω και δε χάνεσαι, ο λόγος για την ύπαρξη,  η αιτία για το παιχνίδι. Ο δρόμος και η διαδρομή. Και πριν λίγο καιρό στο δρόμο συνάντησα ένα τυφλό ζευγάρι. Τυφλό, τελείως τυφλό, απ΄ αυτά που νομίζεις πως ίσως και να το κάνουνε στ΄ αστεία όλο αυτό, πως ίσως και να κάνουν πλάκα. Από ένα μπαστούνι κρατούσε ο καθένας καθώς βάδιζε κι είχαν ένα παιδί μαζί τους. Η πόλη κουδούνιζε τη ζωντάνια της στ΄ αυτιά τους, κροτάλιζαν τα τύμπανά τους, τα τσιμέντα ζέσταιναν τις πατούσες τους, αυτή είναι η θαλπωρή της πόλης σκέφτονταν, η βαριά οσμή της θάλασσας έπνιγε την αναπνοή τους, τη λαχταρούσαν μέρες. Όμως το βήμα τους δε σκάλωσε. Αυτό το τρίχρονο, μόλις, παιδί με ανοιχτά τα μάτια, τους έμπαζε με σιγουριά στο απόγευμα. Έκανε να χτυπήσει η μητέρα σ΄ ένα στύλο, το μπαστούνι της τσούγκρισε ελαφρά στο σίδερο, το πρόσωπό της όμως δεν άγγιξε την κολώνα. Γιατί εκείνη τη στιγμή την τράβηξε η μικρή διακριτικά και την προφύλαξε. Έτσι συνέχισαν τη βόλτα τους, απλά κι απαλά κι ας μη φαινόταν τίποτα, εγώ όλα τα είδα, τον πατέρα λίγο πιο μπροστά, σαν πατέρα, τη μητέρα με το παιδί της, σαν μητέρα με παιδί και το παιδί, σαν οδηγό και άγγελο και παιδί μαζί. Γιατί σαν όλα τα παιδιά, έτσι κι αυτό θα ΄χει παίξει σίγουρα στην τραμπάλα. Και θα το ένιωσε ίσως πως η ζωή, της μοιάζει εκπληκτικά. Και πως σε ένα διάστημα, δευτερολέπτων πάντα, οι δυο αναβάτες αιωρούνται ταυτόχρονα στο κενό. Στην αβεβαιότητα, στην άγνοια, στο όλα είναι πιθανά, μην αποκλείεις τίποτα. Όπως, το να οδηγείς εκείνους που θα ΄πρεπε να σ΄ οδηγούν. Αλλά ποιός νοιάζεται για το τί πρέπει, ζωή είναι εδώ, κράτα με και περπάτα.


theodosia kaidoglou


Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

"Το γράμμα μιας άγνωστης" του Zweig, Stefan

Το γράμμα μιας άγνωστης


Της Ευγενίας Μυλωνά

Ο Στέφαν Τσβάιχ(Stefan Zweig,Βιέννη,Αυστρία,28 Νοεμβρίου1881- Πετρούπολη,Βραζιλία,23 Φεβρουαρίου1942) ήταν Αυστριακός συγγραφέας, δημοσιογράφος και βιογράφος.

Γιος του Μόριτζ Τσβάιχ, πλούσιου Εβραίου βιομηχάνου, σπούδασε φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Βιέννης, όπου το 1904 έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα. Η εβραϊκή θρησκεία ελάχιστα επηρέασε την οικογενειακή ζωή και τη μόρφωσή του. "Η μητέρα και ο πατέρας μου ήταν εβραϊκής καταγωγής μόνο στα χαρτιά" δήλωσε ο αργότερα σε μια συνέντευξη. Ωστόσο, ο ίδιος δεν αποκήρυξε την Εβραϊκή πίστη του και έγραψε επανειλημμένως άρθρα σχετικά με την Εβραϊκή ζωή. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε στο γερμανικό Υπουργείο Άμυνας. Παρ’ όλα αυτά παρέμεινε ειρηνιστής σε όλη του τη ζωή, τασσόμενος υπέρ της ενοποίησης της Ευρώπης. Το έτος 1934, μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, κατέφυγε στην Αυστρία κι έπειτα στην Αγγλία. Στη συνέχεια έζησε στην Αγγλία (στο Λονδίνο και από το 1939 στο Bath), και στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1940. Το 1941 πήγε στη Βραζιλία, όπου στις 23 Φεβρουαρίου 1942 ο ίδιος και η δεύτερη σύζυγός του, Lotte, αυτοκτόνησαν απελπισμένοι για το μέλλον της Ευρώπης και του πολιτισμού της.

Για το Τσβάιχ ο φίλος του Ρομέν Ρολάν είχε γράψει προλογίζοντας το βιβλίο «Το γράμμα μιας άγάγνωστης» στην πρώτη του έκδοση το 1926: Είναι γεννημένος καλλιτέχνης....ο ποιητής με τη σημασία που δίνει ο Γκαίτε σ' αυτή τη λέξη. Γι' αυτόν η ζωή αποτελεί την ουσία της τέχνης.
Από τίποτα δεν εξαρτιέται και τίποτα δεν του είναι ξένο: καμιά μορφή τέχνης, καμιά μορφή ζωής.

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Το ΄΄Γράμμα μιας άγνωστης΄΄, είναι το γράμμα που γράφει μια γυναίκα , στο τέλος της ζωής της και απευθύνεται σε κάποιον που είχε γνωρίσει όταν ήταν έφηβη και αγάπησε παράφορα. Μέσα από αυτό το γράμμα ξετυλίγονται όλα όσα έζησε αυτά τα χρόνια...

Ανεκπλήρωτη αγάπη. Μια αγάπη συνυφασμένη με τα έντονα συναισθήματα αλλά και τον πόνο, τη μοναξιά... Από την μια ανυψώνει τον άνθρωπο στα ουράνια και την ίδια στιγμή τον προσγειώνει στη πιο σκληρή πραγματικότητα, στη συνεχή συνειδητοποίηση της απόρριψης. Όταν κάποιος αγαπά, ξεκλειδώνονται από τη καρδιά του τα πιο όμορφα συναισθήματα και εκφράζονται μες στα μάτια του όλες οι μορφές γαλήνης, γλυκύτητας και ψυχικής ευφορίας. Αν όμως αυτή η αγάπη δεν είναι αμφίδρομη, τα συναισθήματα γίνονται βασανιστικά.

Ολόκληρο το γράμμα περιτριγυρίζεται από έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Τον έρωτα αυτής της έφηβης για έναν πετυχημένο συγγραφέα. Αυτή μένει στο απέναντι σπίτι. Χωρίς αυτός να το ξέρει, τον παρατηρεί συνεχώς, ακολουθεί όλες του τις κινήσεις, μαθαίνει τη ζωή του καλύτερα και από τον ίδιο. Έτσι, χτίζει τη ζωή και τα όνειρά της πάνω του χωρίς αυτός να έχει τη παραμικρή ιδέα για αυτό. Θα συναντηθούν τρεις φορές κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Αυτός δε θα θυμάται ποτέ τη κοπέλα, μα αυτή, κάθε φορά, θα παίρνει ανάσες ευτυχίας.

Σε αυτό το γράμμα του τα εξηγεί όλα με κάθε λεπτομέρεια, του αναλύει τη δική της αλλά και τη δική του ζωή που ξέρει τόσο καλά. Από την αρχή έως το τέλος που έχει ήδη έρθει για την ίδια.

‘’Αν είχες καταλάβει αυτό που πάντα είχες... Θα 'χες αυτό που δεν χάνεις ποτέ..."

Στο τέλος της ανάγνωσης θα αναρωτηθείτε αν αυτό ήταν Αγάπη ή Εμμονή… Όταν μπερδεύεται η αγάπη με την εμμονή, ο νους αρρωσταίνει και ο ερωτευμένος επιζητεί να χορτάσει τη δίψα του συνεχώς μη μπορώντας να περιορίσει αυτή την δηλητηριώδης για τη καρδιά του ιδέα.

Το βιβλίο έχει γυριστεί σε ταινία (Letter from an Unknown Woman, 1948), αλλά παίζεται και στο θέατρο με μεγάλη επιτυχία.

Καλή ανάγνωση



Το βιβλίο του  Zweig, Stefan "To γράμμα μιας άγνωστης" θα συζητηθεί στη Λέσχη Ανάγνωσης "Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα" στην Περιφερειακή Βιβλιοθήκη Κάτω Τούμπας την Τρίτη  4 Ιουνίου στις 8:00 μ.μ.

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

"Η δεξιά τσέπη του ράσου"

Η δεξιά τσέπη του ράσου


Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Το 1997, ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου. Από τότε οργανώνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό "Πελινναίο". Έχει γράψει τα βιβλία "Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι, όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Μαρτυρίες 1941 - 1946" (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2006) και "10.516 μέρες: Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912 -1940", ιστορικό αφήγημα (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2007), το πρώτο μυθιστόρημά του "Aνάμισης ντενεκές" (Eστία 2008) κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο (2009) και στα τουρκικά, "Η δεξιά τσέπη του ράσου", νουβέλα (Εστία 2009), "Ήλιος με δόντια", μυθιστόρημα (Εστία 2010), "Λαγού μαλλί", νουβέλα (Εστία 2010), "Η άλωση της Κωσταντίας", μυθιστόρημα (Εστία 2011), "Το ζουμί του πετεινού", νουβέλα (Εστία 2012)

Η υπόθεση του βιβλίου έχει ως εξής:
   Σ’ ένα ξεχασμένο κι απομακρυσμένο μοναστήρι σε κάποιο νησί του Αιγαίου ζει ένας μοναχός, ο Βικέντιος. Είναι μόνος του σ' ολόκληρο το μοναστήρι. Ο Βικέντιος διαθέτει το χάρισμα να ζει μια ολοκληρωμένη ζωή και να την ζει με τρόπο πολύ απλό, αφιερωμένος ολόψυχα στη σκληρά απαιτητική καθημερινότητα του μοναστηριού όπου ενηλικιώθηκε ως δόκιμος· δοσμένος ολόκαρδα στην ρουτίνα της καθημερινότητας, όταν αργότερα ανέλαβε ο ίδιος τα ηνία της σχεδόν εγκαταλελειμμένης μονής. Τηρεί ευλαβικά τους κανόνες της μοναστικής ζωής, αλλά χαίρεται και τις μικρές, άδολες εγκόσμιες χαρές, όπως το αγνάντεμα της θάλασσας, τους περίπατους στην εξοχή γύρω από το μοναστήρι για το μάζεμα τριφυλλιών, την κουβέντα με τους σποραδικούς επισκέπτες του μοναστηριού και, φυσικά, την τρυφερή σχέση με τη σκυλίτσα Σίσσυ ή, αργότερα, με τα κουτάβια της.
Η σκυλίτσα του η Σίσσυ, που την υπεραγαπά είναι η μόνη του συντροφιά. Τη νύχτα που πεθαίνει ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, γεννάει η σκυλίτσα του μοναχού Βικέντιου. Η σκυλίτσα χάνεται πάνω στη γέννα και ο μοναχός, που προπαντός δεν αντέχει τη μοναξιά, αγωνίζεται να κρατήσει στη ζωή τουλάχιστον ένα από τα τρία κουτάβια της. Μέσα από αισθήματα πένθους προσπαθεί να σώσει έστω κι ένα μικρό κουτάβι…. Ένα-ένα όμως τα σκυλάκια πεθαίνουν και ο Βικέντιος τα θάβει δίπλα στην μητέρα τους. Το τελευταίο θα το βάλει στην δεξιά τσέπη του ράσου του για να το έχει πάντα μαζί του.
Αφού ενταφιάζει την Σίσσυ κοντά στον ιστό της σημαίας, μετά κατεβάζει την σημαία μεσίστια, περισσότερο για την σκυλίτσα του, παρά για τον αρχιεπίσκοπο. Μετά, μέσα σε έντεκα ημέρες, δηλαδή όσες μεσολάβησαν από τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου μέχρι την ανακοίνωση του διαδόχου του, παίζεται το όλο δράμα στο μοναστήρι με τα 3 ορφανά κουταβάκια. Ουσιαστικά, όμως, η αφήγηση περιορίζεται στις επτά πρώτες ημέρες, συμπλέκοντας όσα συμβαίνουν στο μοναστήρι με τα τεκταινόμενα στην Εκκλησία της Ελλάδος Την ημέρα της εκλογής του Ιερώνυμου, το τρίτο κουτάβι ανοίγει τα μάτια του και βαφτίζεται προς τιμήν του.
Ο Βικέντιος, αγωνίζεται με όλες του τις δυνάμεις να μη μείνει μόνος!!«Κανένα εξωτερικό γεγονός (ο θάνατος του κορυφαίου ιεράρχη, τα εκκλησιαστικά καθήκοντα, οι κοινωνικές υποχρεώσεις του μοναστηριού ) δεν είναι σε θέση να παρηγορήσει τον Βικέντιο και τον φόβο της μοναξιάς ο οποίος τον καταλαμβάνει όταν πεθαίνει η σκυλίτσα του - μόνο όταν θα επιζήσει ένα από τα κουτάβια, θα κατορθώσει κι ο μοναχός να αποκαταστήσει επαφή με το περιβάλλον και να ισορροπήσει.

Καλή ανάγνωση
Ευγενία Μυλωνά



"Η δεξιά τσέπη του ράσου" του Γιάννη Μακριδάκη
Παρουσίαση του βιβλίου στη Λέσχη Ανάγνωσης "Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα" της Περιφερειακής Βιβλιοθήκης Κάτω Τούμπας   στις 14 Μαϊου στις 8:00 μ.μ.