Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Τόλης Νικηφόρου «N'ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα... 32 ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη 1966-2013»




Το βίντεο από την εκδήλωση της Τρίτης 15.10.2013 στην Κεντρική Βιβλιοθήκη του Δήμου Θεσσαλονίκης

Τόλης Νικηφόρου
«N'ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα... 32 ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη 1966-2013», εκδόσεις «Μανδραγόρας».

Την εκδήλωση προλόγισαν:

Ζωή Σαμαρά, πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης
Κώστας Κρεμμύδας, ποιητής, εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού «Μανδραγόρας»,
Ντίνος Παπασπύρου, ζωγράφος, λογοτέχνης



Ομιλητές:

Βίκη Βανίδη, υπεύθυνη πολιτισμού Δήμου Βοΐου
Φώτης Συμεωνίδης, φιλόλογος

Ο Αλέξανδρος Τριανταφύλλου δημοσιογράφος μουσικός έπαιξε φυσαρμόνικα.

Συντονιστής της εκδήλωσης ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Στέλιος Λουκάς. 

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου

  





















Της Ευγενίας Μυλωνά

  Το βιβλίο «Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου» είναι το πρώτο της συγγραφέως Μιριέλ Μπαρμπερί, γνώρισε παγκόσμια υποδοχή και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες

    Η Ρενέ είναι μία άσημη θυρωρός μιας αριστοκρατικής πολυκατοικίας του πέμπτου διαμερίσματος στο Παρίσι και η Παλόμα ένα ανήσυχο δωδεκάχρονο κορίτσι που κατοικεί με τους γονείς, την αδελφή και τους γάτους Κονστιτουσιόν και Παλερμάν στην πολυκατοικία της οδού Γκρενέλ. Η Ρενέ είναι πενηντατεσσάρων ετών, χήρα, μικρόσωμη και άσχημη, τα τελευταία είκοσι εφτά χρόνια είναι η θυρωρός του κτιρίου στην οδό Γκρενέλ 7. Ζει με τον τεμπέλη γάτο της Λεόν.

     Η Ρενέ δεν είναι μια συνηθισμένη θυρωρός. Αν και από φτωχή, αγροτική, εργατική οικογένεια, από μικρή μαγεύτηκε με τα γράμματα και σ' όλη της τη ζωή διάβαζε. Είναι μια καλλιεργημένη αυτοδίδακτη, μυημένη όχι μόνο στη λογοτεχνία αλλά και σ' όλες τις καλές τέχνες, με μια ιδαίτερη αγάπη στον ιαπωνικό κινηματογράφο. Όλο αυτό τον πλούσιο εσωτερικό κόσμο φροντίζει να τον κρατά μακριά από την σνομπ ψευτοαριστοκρατία της πολυκατοικίας.

  Η Παλόμα γράφει βαθυστόχαστες σκέψεις στο ημερολόγιό της και, διαπιστώνοντας το παράλογο της ζωής , εξομολογείται ότι σκοπεύει να αυτοκτονήσει στις 16 ιουνίου, όταν θα κλείνει τα δεκατρία της χρόνια. Διαβάζει μάγκα και χαϊκού και είναι περήφανη για την Ιαπωνική πλευρά της. Η Παλόμα παρατηρεί τους ανθρώπους γύρω της, τις βαρετές συναντήσεις της αριστοκρατικής τάξης, γνωρίζει πριν περάσει το κατώφλι της ενήλικης ζωής τους μηχανισμούς πάνω στους οποίους στηρίζεται. Ακριβώς τους ίδιους μηχανισμούς στερεοτύπων γνωρίζει και η Ρενέ και αναγκάζεται να κρύβεται. Πίσω από το προσωπείο της φτωχής κοινωνικά αμόρφωτης και άξεστης θυρωρού, κρύβεται ένα άλλο πρόσωπο που αγαπά τις λογοτεχνικές αναγνώσεις και αποκαλύπτεται στα μάτια της δωδεκάχρονης παρατηρητικότητας όταν ένα βιβλίο φιλοσοφίας πέφτει από το ζεμπίλι της, κρυμμένο κάτω από παντζάρια και σαπούνι Μασσαλίας. Κυρίως όμως αποκαλύπτεται όταν ο καινούριος Ιάπωνας ένοικος διαπιστώνει, από την ανεπαίσθητη αντίδρασή της στις λογοτεχνικές φράσεις, την πνευματική τους συνάφεια, την αγάπη για τη Ρώσικη λογοτεχνία, τον Ιαπωνικό κινηματογράφο και το σύμπαν της τέχνης που ενώνει  διαφορετικούς ανθρώπους.    


   Οι άνθρωποι συνδέονται και ενώνονται εξαλείφοντας τη ματαιοδοξία που υπάρχει ολόγυρά τους χάρη στην ψυχική ευγένεια και την πνευματική καλλιέργεια που μπορούν μόνοι τους να αποκτήσουν μέσω της εκλεκτικής ανάγνωσης. Και αυτό το πετυχαίνουν οι άνθρωποι που κατάφεραν να ανοίξουν τα παράθυρα της ψυχής τους στους ορίζοντες της παγκόσμιας λογοτεχνίας ανεξάρτητα από την μόρφωση που έως εκείνη τη στιγμή είχαν, αφού για να ασχοληθεί κανείς μαζί της και να γευτεί όλα τα οφέλη της χρειάζεται μόνο ένα είδος πνευματικής νοημοσύνης που όλοι, ακόμη και οι ταπεινότεροι διαθέτουν. 


Το βιβλίο «Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου» της συγγραφέως Μιριέλ Μπαρμπερί 
θα συζητηθεί στη Λέσχη Ανάγνωσης "Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα" της Περιφερειακής Βιβλιοθήκης Κάτω Τούμπας την Τρίτη 5 Νοεμβρίου στις 8:00 μ.μ.


Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Μικρά Αγγλία


Μικρά Αγγλία

Της Ευγενίας Μυλωνά

Το βιβλίο "Μικρά Αγγλία" της Ιωάννας Καρυστιάνη έχει ήδη διανύσει μια επιτυχημένη εκδοτική πορεία. Εκτός από τις απανωτές εκδόσεις του μέσα σε τέσσερα χρόνια (από τον Απρίλιο του 1997) και τις πρώτες θέσεις στους καταλόγους προτιμήσεων των αναγνωστών, το συνοδεύουν και δύο επίσημες τιμητικές διακρίσεις: κρατικό βραβείο μυθιστορήματος για το 1998 και ελληνική υποψηφιότητα για το Αριστείο Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας το ίδιο έτος.

 «Μικρά Αγγλία» ονομαζόταν η Άνδρος από τα τέλη του 19ου αιώνα έως την εποχή του μεσοπολέμου, που διακαώς προσπαθούσε να μιμηθεί την ισχυρή ναυτικά Αγγλία της περιόδου αυτής και ιδίως το κραταιό Λονδίνο. Άρα, από την αρχή αντιλαμβανόμαστε ότι θα διαδραματιστεί στις σελίδες του βιβλίου μια ιστορία με τοπικό άξονα το περήφανο νησί των Κυκλάδων και χρονικό το μεσοπόλεμο. Από την άλλη, η χρήση του συγκεκριμένου παρωνυμίου αισθητοποιεί μια μικροαστική ιδεολογία που πάσχει από μεγαλοαστισμό. Διαφορετικά, τον καημό μιας μικρής περιφερειακής και αναπτυσσόμενης κοινωνίας να μετατραπεί σε μεγάλη και κεντρική. Ακόμη εμφανίζεται, σε δεύτερο πλάνο, το σκηνικό, δηλαδή η θάλασσα και ο ναυτικός κόσμος, η περιπλάνηση και η συνακόλουθη ανδρική απουσία.

 Η ιστορία παρακολουθεί το δράμα της οικογένειας του καπετάνιου Σάββα Σαλταφέρου. Ο Σαλταφέρος πάντα ταξιδευτής και μακριά από το σπίτι, ανύπαρκτος σχεδόν στην Άνδρο και με διπλή ζωή, μια παράνομη οικογένεια στην Αργεντινή. Από ανάγκη η γυναίκα του, η Μίνα Σαλταφέρου αναλαμβάνει  ηγετικό ρόλο. Σκληρή, όπως η μοίρα την προστάζει, υπολογίστρια και με επιδεξιότητα στην οικονομική διαχείριση και τις επενδύσεις. Η μεγάλη κόρη, η Όρσα, είναι ο πλέον κεντρικός χαρακτήρας. Με ιδανική ομορφιά και ευαισθησία, ερωτεύεται το ναυτικό Σπύρο Μαλταμπέ αλλά κάτω από την πίεση της μάνας παντρεύεται τον ευγενικό Νίκο Βατοκούζη, πλούσιο ιδιοκτήτη ναυτιλιακών επιχειρήσεων. Ο Μαλταμπές από πόνο κι από εκδίκηση συνάπτει γάμο με τη μικρότερη και πιο δυναμική αδελφή, τη Μόσχα. Τα δύο ζευγάρια κατοικούν στο διώροφο πατρικό αρχοντικό των Σαλταφέρων και τους ορόφους χωρίζει ένα απλό ταβάνι με κυπαρισσοσανίδες, που κατασκευάστηκε έτσι λόγω της τσιγκουνιάς της Μίνας και επιτρέπει στον κάτω όροφο, όπου μένει η Όρσα, να αφουγκράζεται τη ζωή του πάνω. Οι δύο σύζυγοι είναι φευγάτοι από το νησί, όπως και οι περισσότεροι άνδρες, όμως κάθε φορά η επιστροφή του Μαλταμπέ γίνεται ιδιαίτερα οδυνηρή για την Όρσα, που ακούει, εξαιτίας του ευτελούς ταβανιού, το συζυγικό του σμίξιμο με τη Μόσχα και υποφέρει. Ο άσβηστος έρωτας της Όρσας παραμένει ανεκπλήρωτος, ανομολόγητος και ερμητικά κλειστός στην ψυχή της. Η ζωή συνεχίζεται, ο Σάββας Σαλταφέρος συνταξιοδοτείται, τα μέλη πληθαίνουν με τη γέννηση παιδιών και από τα δύο ζευγάρια. Μέχρι που ο Μαλταμπές πεθαίνει ηρωικά στο πλοίο του, το οποίο χτυπήθηκε από τους Γερμανούς στο β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Ο θρήνος της Όρσας προδίδει το μεγάλο πάθος και ακολουθεί μια περίοδος σύγκρουσης και ψυχρότητας με τη χήρα αδελφή της. Η αγάπη για το χαμένο Μαλταμπέ την κάνει και λιώνει σταδιακά. Αφήνεται στη θλίψη της και τελικά υποκύπτει, αφού μεταβάλλεται σε μάρτυρα του πόθου της. Μόνο πριν πεθάνει αποκαθιστά τις σχέσεις της με τη Μόσχα και συντελείται η τελευταία δραματική αποκάλυψη. Η Όρσα και ο Μαλταμπές «είχαν κάνει έρωτα έστω και μια φορά» μετά το γάμο του με την αδελφή της.

 Στο υπόβαθρο αυτής της με μανία χρονολογημένης αφήγησης βρίσκεται άφθονο ιστορικό υλικό. Χωρίς έμφαση αλλά πάντως ξεκάθαρα, διακρίνονται γνωστές και υπαρκτές ιστορικές στιγμές: η πυρκαγιά στα Ταταύλα, η αναταραχή με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία, η εξάπλωση του φασισμού στην Ευρώπη, ο τορπιλισμός της «Έλλης» στην Τήνο, η λαίλαπα του β΄ παγκοσμίου πολέμου, η απελευθέρωση, οι εκκαθαρίσεις αριστερών του στρατηγού Σκόμπυ στα Δεκεμβριανά, ο άγριος εμφύλιος.

 Το κείμενο εκφωνήθηκε σε παρουσίαση του βιβλίου, που διοργάνωσαν οι εκδόσεις «Καστανιώτη», το βιβλιοπωλείο «Τραμ» και το περιοδικό «Εξώπολις» στην Αλεξανδρούπολη, στις 25 Απριλίου 1999.


 
Η "Μικρά Αγγλία" έρχεται στις κινηματογραφικές αίθουσες τον  Νοέμβριο γυρισμένη από τον Παντελή Βούλγαρη και βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη

Εκτάκτως αυτή η συνάντηση θα γίνει την Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Ατίμωση


 

Της Ευγενίας Μυλωνά

  Ο Τζον Μάξγουελ Κούτσι γεννήθηκε το 1940 στο Κέιπ Τάουν και είναι από τους διασημότερους εκπροσώπους της Νοτιοαφρικανικής λογοτεχνίας . Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος, η μητέρα του δασκάλα και στο σπίτι μιλούσαν αγγλικά. Ο ίδιος πάντως μιλούσε και αφρικάανς. Όσο μεγάλωνε ως παιδί γνώρισε έντονα τις πολιτιστικές συγκρούσεις δεδομένου ότι ήταν ένας αγγλόφωνος λευκός Νοτιοαφρικανός.
Σπούδασε στη Νότιο Αφρική και στις ΗΠΑ, όπου εργάστηκε ως καθηγητής πανεπιστημίου ως το 1983. Το 1984 εκλέχτηκε καθηγητής αγγλικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν. Το 2002 μετακόμισε στην Αυστραλία, όπου και διαμένει. Η καριέρα του ως συγγραφέα ξεκίνησε το 1974. Έχει γράψει τα βιβλία: "Dusklands" (ελλ. μτφρ. "Σκοτεινές χώρες", 1974), "Στην καρδιά της χώρας" (1977), "Περιμένοντας τους βαρβάρους" (1980, Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας, το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Νότιας Αφρικής, βραβεία James Tait Black και Geoffrey Faber), "Βίος και Πολιτεία του Μάικλ Κ." (1983, βραβείο Booker, βραβείο Femina και Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας), "Foe" (ελλ. μτφρ. "Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα", 1986), "Τα χρόνια του σιδήρου" (1990, βραβείο της Sunday Express για το Βιβλίο της Χρονιάς), "Ο άρχοντας της Πετρούπολης" (1994, Διεθνές Βραβείο Μυθοπλασίας των Irish Times), "Ατίμωση" (1999, βραβείο Booker και Commonwealth writers`), "Ελίζαμπεθ Κοστέλο" (2003), "Slow man" (ελλ. μτφρ. "Ένας αργός άνθρωπος", 2005), τα αυτοβιογραφικά αφηγήματα "Σκηνές απ` τη ζωή ενός παιδιού" (1997, υποψήφιο για το National Book Critics Circle Award) και "Σκηνές απ` τη ζωή ενός νέου", καθώς και δοκίμια λογοτεχνικού περιεχομένου. Ο Τζ. Μ. Κούτσι ήταν ο πρώτος συγγραφέας που είχε την τιμή να του απονεμηθεί δύο φορές το βραβείο Booker. Το 2003 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Έχει επίσης τιμηθεί με το βραβείο της Κοινοπολιτείας, το Prix Etranger Femina και έχει λάβει τρεις φορές την υψηλότερη τιμητική διάκριση στη χώρα του. 
Βραβεία: Νόμπελ Λογοτεχνίας -2003 , Man Booker (Συγγραφείς) - 1999









Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο Ντέιβιντ Λούρι, ένας μεσήλικος πανεπιστημιακός σε υπαρξιακή κρίση. Είναι 52 ετών, έχει δύο διαζύγια στο ενεργητικό του και νιώθει τελείως παρωχημένος. 
Φαίνεται να έχει ρυθμίσει σε μια κανονικότητα την ζωή του. Κάνει μαθήματα στο πανεπιστήμιο, συναντιέται μια φορά την εβδομάδα με μια πόρνη πολυτελείας και εργάζεται πάνω σε μια εργασία για τον Λόρδο Μπάιρον.
Η πόρνη πολυτελείας διακόπτει ξαφνικά τις επαφές μαζί του, και ο ίδιος αφήνεται σε μια ερωτική περιπέτεια με μια φοιτήτρια. κατά πολύ νεότερή του. Η σχέση του με την φοιτήτρια του δίνει την ψευδαίσθηση μιας αληθινής μποέμικης περιπέτειας. Η προβληματική όμως αυτή σχέση θα πάρει μια μοιραία για τον ήρωα τροπή. Θα κατηγορηθεί για σεξουαλική παρενόχληση από το οικογενειακό περιβάλλον της κοπέλας, με αποτέλεσμα να κληθεί σε απολογία στην πειθαρχική επιτροπή του Πανεπιστημίου. θα γνωρίσει την «ατίμωση» και θα αποπεμφθεί από το πανεπιστήμιο.
Χωρίς καμία διάθεση να το παλέψει, χωρίς την παραμικρή όρεξη να προχωρήσει σε οποιουδήποτε είδους συμβιβασμό, αποδέχεται όλες τις κατηγορίες και τινάζει στον αέρα μια πανεπιστημιακή καριέρα χρόνων.
Αυτός που είναι ένας κατεξοχήν άνθρωπος της πόλης, αποφασίζει "ατιμωμένος" να αποσυρθεί στην εξοχή. Επισκέπτεται την ομοφυλόφιλη κόρη του Λούσι, που μένει σε μια φάρμα και μοιράζει την καθημερινότητά της στα λουλούδια της, στην καλλιέργεια λαχανικών και στα σκυλιά της. Δίπλα στο χίπικο αγρόκτημα κατοικεί ο απειλητικός και λιγομίλητος Πέτρους, ένας μεσήλικος μαύρος που προσπαθεί επιτέλους να ζήσει σαν άνθρωπος στήνοντας μια γεωργική εκμετάλλευση. Σε αρκετά κοντινή απόσταση υπάρχει το αυτοσχέδιο κτηνιατρείο της Μπεβ, η οποία ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με τη θανάτωση των δεκάδων αδέσποτων και τραυματισμένων σκυλιών της περιοχής. Η σχέση του Λιούρι με τα ζώα είναι - πριν επισκεφτεί τη φάρμα - ανύπαρκτη.
Ωστόσο βρίσκει ως μοναδικό τρόπο της υπαρξιακής του διάσωσης να μιλάει και να χαϊδεύει, να παρηγορεί τα ζώα, λίγο πριν από τον θάνατό τους. Να τους δίνει κάτι "που πλέον μπορεί να το ονομάσει με το πραγματικό του όνομα: Αγάπη".

Εδώ, σε αυτόν τον ξένο για τον Λιούρι τόπο, θα συμβεί ένα ξαφνικό, τραγικό γεγονός που θα κλονίσει συθέμελα όσα πίστευε μέχρι τότε, που θα τον οδηγήσει σε πλήρη αναθεώρηση της μέχρι τώρα ζωής του, για να τον μετατρέψει σε έναν άλλον άνθρωπο.
Μία μέρα, τρεις περιπλανώμενοι μαύροι βιάζουν την κόρη του, περιλούζουν τον ίδιο με οινόπνευμα και αποπειρώνται να τον κάψουν ζωντανό. Η ατίμωση ωστόσο δεν έχει φθάσει ακόμη στο απόγειό της. Λίγους μήνες αργότερα η Λούσι τού ανακοινώνει ότι είναι έγκυος και ότι θα κρατήσει το μαύρο της παιδί, ενώ παράλληλα ο Λούρι συνειδητοποιεί ότι ο Πέτρους είχε ανάμειξη στην επίθεση, σε μια επίθεση που είχε εν τέλει χαρακτήρα πολιτικό.

Το βιβλίο του Coetzee, John "Ατίμωση" θα συζητηθεί στη Λέσχη Ανάγνωσης "Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα" της Περιφερειακής Βιβλιοθήκης Κάτω Τούμπας την Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου στις 8:00 μ.μ.



Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

kontakt#5 West Side Innovation Fest 13_14_15 Σεπτεμβρίου 2013

poster 1

Tο kontakt^ art club για 5η συνεχόμενη χρονιά οργανώνει το ετήσιο Φεστιβάλ Σύγχρονης Καλλιτεχνικής Δημιουργίας. Στόχος του φετινού φεστιβάλ είναι να τονώσει και να αναδείξει πολιτιστικά τη δυτική πλευρά της πόλης της Θεσσαλονίκης (Ξηροκρήνη, όπισθεν ΟΣΕ), όπου και εδρεύει, με καλλιτεχνικές δράσεις τόσο σε κλειστούς χώρους όσο και σε ανοιχτούς (δρόμους, πλατείες, πάρκα κτλ). Διεύθυνση: Στέλιου Ρεγκούκου 31 Περιοχή Αγίων Πάντων πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό.

Το Σάββατο 13/9 στις 9μ.μ. η δικιά μας Αδαμαντία Ξηρίδου μας προσκαλεί στην παράσταση όπου θα παρουσιαστούν δυο δικά της κείμενα.   

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

"Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης"


Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης

Της Ευγενίας Μυλωνά

Το "Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης" της Σώτης Τριανταφύλλου είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα της δεκαετίας του '90. Πρόκειται για μια ιστορία που αφηγείται μια Ελληνίδα φοιτήτρια που χάρη σε μια υποτροφία καταφέρνει να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα να ζήσει και να σπουδάσει στη Νέα Υόρκη . Με απλή γραφή που θυμίζει ημερολόγιο, οι ήρωες της Σώτης χορεύουν σε ατελείωτα πάρτυ, ζουν την τρέλα, τα ναρκωτικά, τον κίνδυνο ,απολαμβάνουν έρωτες, γνωρίζουν την αληθινή φιλία, και συναντούν απροσδόκητα την απώλεια και τον θάνατο , στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης.
Στα επτά χρόνια της αφήγησης η συγγραφέας μιλά για την τρέλα της νιότης, αλλά και για τις απογοητεύσεις της. Για τις ψηλές πτήσεις και τις απότομες πτώσεις. Οι ήρωές της μας ξεναγούν σε μια πόλη τρελή, πολύχρωμη, ασυλλόγιστη , μα ταυτόχρονα φιλική, συγκινητική κι αγαπησιάρα όπου το γέλιο δέχεται το δάκρυ, η χαρά τη λύπη, η συντροφικότητα την μοναξιά, η ζωή τον ίδιο τον θάνατο. Μια πόλη που τις νύχτες χοροπηδάει στα μπαρ, έχοντας στο χέρι από φτηνή μπύρα μέχρι σαμπάνια, στους ρυθμούς των τραγουδιών του David Bowi, του Frank Zappa και του Carl Perkins. Μια πόλη που έχει κάτι να δώσει σε όλους, που προσφέρει ακριβά και φτηνά θεάματα.
Στην Νέα Υόρκη η ηρωίδα θα προσπαθήσει να βγάλει την πράσινη κάρτα και να κατακτήσει το δεύτερο όνειρό της που είναι να δουλέψει ως καθηγήτρια σε ένα από τα δημόσια σχολεία . Και το καταφέρνει, αν και το να είσαι καθηγητής σε ένα από τα δημόσια σχολεία του Μπρόνξ δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα.
Οι ήρωες του βιβλίου είναι γνώριμοι στους περισσότερους από εμάς, με την ανάγνωση του βιβλίου το μυαλό σου γυρίζει πίσω όσο και αν έχεις αλλάξει και έχουν περάσει τα χρόνια……


Το βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου "Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης" θα συζητηθεί στη Λέσχη Ανάγνωσης "Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα" στην Περιφερειακή Βιβλιοθήκη Κάτω Τούμπας στις 3 Σεπτεμβρίου στις 8:00 μ.μ. 

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Ο ΞΕΝΟΣ



Της Ευγενίας Μυλωνά

Το βιβλίο «Ο ξένος» γράφτηκε από έναν μαχόμενο συγγραφέα-φιλόσοφο, σε μια εποχή (1942) που οι συγγραφείς αισθάνονταν ανίσχυροι μπροστά στον παραλογισμό του πολέμου.  
Ο Μερσώ, είναι ένας μέσος υπάλληλος γραφείου στο Αλγέρι. Πληροφορείται το θάνατο της μητέρας του  και είναι υποχρεωμένος να ταξιδέψει μέχρι το Μαρέγκο για να παραστεί στην κηδεία της. Το τηλεγράφημα που έλαβε από το άσυλο που την φιλοξενούσε ήταν σαφές: «Μητέρα απεβίωσε. Ενταφιασμός αύριο. Θερμά συλλυπητήρια». Η κηδεία είναι θρησκευτική κι ο Μερσώ οφείλει να ακολουθήσει τη νεκρώσιμη πομπή .  Ο ήρωας ζει μέσα σε ένα είδος νάρκης, σε μια παράξενη αδιαφορία και φέρεται σα να μην έχει η ζωή κανένα νόημα.
  Αποστασιοποιείται   από τα πάντα  και αδυνατεί να έχει οποιαδήποτε συναισθηματική συμμετοχή. Υπομένει όλα  όσα συμβαίνουν στην κηδεία , απαθής.
Κάποιες στιγμές μάλιστα απορεί, με τις προσπάθειες των άλλων να πουν δυο κουβέντες παρηγοριάς. Δεν εκφράζει ποτέ ούτε την ελάχιστη νοσταλγική σκέψη για την μητέρα του.   Θα λέγαμε ότι το μόνο που τον κρατά σ’ αυτή την κηδεία, με το απαιτούμενο ξενύχτι της νεκρής, είναι η κοινωνική σύμβαση και τίποτε περισσότερο. Η έννοια του πόνου ή της απώλειας δεν έχει καμία θέση στις προτεραιότητες του Μερσώ, όσο για την κηδεία ήταν εξουθενωτική. Ο εκτυφλωτικός ήλιος είναι ίσως η μοναδική ανάμνηση του Μερσώ. Το τέλος της κηδείας γίνεται η μέγιστη ανακούφιση.
  Την επόμενη κιόλας μέρα, βλέπουμε τον Μερσώ να διασκεδάζει στην παραλία. Γνωρίζει τη Μαρί και συνδέεται ερωτικά μαζί της. Η Μαρί φαίνεται ερωτευμένη μαζί του. Όταν τον ρωτά αν την αγαπά ο Μερσώ απαντά αρνητικά αλλά προσθέτει ότι «αυτό δεν έχει καμία σημασία». Η Μαρί απογοητεύεται αλλά συνεχίζει τις σχέσεις της μαζί του. Όταν μετά από καιρό τον ρωτά αν θέλει να την παντρευτεί ο Μερσώ απαντά ότι αν το θέλει η ίδια θα το  κάνει. Όταν τον ρωτά πώς μπορεί να την παντρευτεί, αφού στο βάθος δεν την αγαπάει, ο Μερσώ απαντά ότι αυτό δεν έχει σημασία.  
 Η Μαρί τον ρωτά πότε θέλει να παντρευτούνε κι ο Μερσώ της δίνει το ελεύθερο να το κανονίσει όπως θέλει. Ο ήρωας ουσιαστικά, είναι ανίκανος να παραχωρήσει τον εαυτό του σε οτιδήποτε. Είναι ο ξένος, ο απόλυτα, σχεδόν πρωτόγονα ξένος. Έτσι φτάνουμε στο φόνο που διαπράττει ο Μερσώ, όπου χωρίς προφανείς λόγους, δολοφονεί έναν άγνωστο Άραβα στην παραλία. Συνειδητοποιώντας την σημασία της πράξης του συνεχίζει να πυροβολεί άλλες τέσσερις φορές. Και πάλι – όπως και στην κηδεία της μητέρας – το τρομερό λιοπύρι και η κάψα της άμμου είναι η σημαντικότερη ανάμνηση. Και πάλι πρωταγωνιστεί η θολούρα που προέρχεται από τη σωματική εξάντληση. Ο Μερσώ συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Έχει διαπράξει έγκλημα και πρέπει να τιμωρηθεί. Όταν ο δικηγόρος του λέει ότι πολλοί τον κατηγορούν για ψυχρότητα στην κηδεία της μάνας του, ο Μερσώ απορεί. Δεν καταλαβαίνει τι σχέση έχει αυτό με την υπόθεση. Ο Μερσώ αποκαλύπτει στο δικηγόρο ότι όταν δεν εκπληρώνονται σωστά οι σωματικές – φυσικές του ανάγκες αδυνατεί να συμμετέχει στα γεγονότα. Ομοίως ο δικαστής εξοργίζεται μαζί του. Τον ρωτά αν πιστεύει στο θεό και μένει κατάπληκτος από την άρνησή του. Μένει κατάπληκτος από την απάθεια του. Του λέει ότι όλοι οι άλλοι εγκληματίες μετανιώνουν και συνθλίβονται από τις ενοχές. Ο Μερσώ απαντά, εντελώς αυθόρμητα, ότι οι άλλοι έχουν εγκληματήσει.
Όταν περνάει τις τελευταίες του μέρες στη φυλακή περιμένοντας την εκτέλεση θέλει να ζήσει. Θέλει να συμβεί ένα θαύμα και να γλιτώσει. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι μπορεί, έστω την τελευταία στιγμή, να αποδεχτεί την ηθική της αιωνιότητας του πλήθους που του προτείνει ο παπάς που τον επισκέπτεται. Ούτε ο θεός, ούτε η μεταθανάτιος ζωή, ούτε καμιά αιωνιότητα έχουν λογική για τον Μερσώ. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο «Ο Μύθος του Σίσυφου» όσο κι «Ο Ξένος» γράφτηκαν όταν μαινόταν ο 2ος παγκόσμιος, όταν δηλαδή ο θάνατος ήταν τόσο κοντά στον άνθρωπο. Μόνο ο θάνατος μπορεί να αναδείξει τον παράλογο άνθρωπο. Τελικά ο Μερσώ δε φοβάται το θάνατο. Η αποδοχή της μοίρας τον κάνει ανίκητο .                 
Ένα βιβλίο γεμάτο συμβολισμούς δεν θα μπορούσε παρά να κλείσει στο τέλος με τον υπέρτατο συμβολισμό. Τον συμβολισμό της λύτρωσης που αποτυπώνεται στην τελευταία ευχή του «ξένου»: «…ένα μου μένει να ευχηθώ, να έρθουν πολλοί θεατές την ημέρα της εκτέλεσης μου και να με υποδεχτούν με κραυγές μίσους.


  Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


O Αλμπέρ Καμύ (1913-1960), Γάλλος μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, και δοκιμιογράφος, τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1957. Γεννήθηκε στο Μοντοβί της Αλγερίας και πέθανε - σκοτώθηκε - στο Σανς της Γαλλίας, μαζί με τον εκδότη του Μισέλ Γκαλιμάρ, σε τροχαίο δυστύχημα. Ιδρυτής του "Theatre du Travail" (1935), για το οποίο δούλεψε ως σκηνοθέτης, διασκευαστής, ηθοποιός και θεωρητικός, χρωστά σχεδόν εξίσου τη φήμη του στα μυθιστορήματά του "Ο Ξένος" και "Η Πανούκλα", όσο και στα θεατρικά του έργα "Καλιγούλας", "Οι δίκαιοι" αλλά και στα φιλοσοφικά του δοκίμια "Ο μύθος του Σισσύφου", "Ο επαναστατημένος άνθρωπος".



Το βιβλίο "Ο ΞΕΝΟΣ" του ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ. Θα συζητηθεί στις 6/8/2013 και ώρα 20.00 στην δημοτική βιβλιοθήκη Κάτω Τούμπας "Γ. Ιωάννου" Πυλαίας 59 τηλ: 2310919039




Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει



Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΑΤΟΥ ΠΟΥ ΕΜΑΘΕ Σ' ΕΝΑ ΓΛΑΡΟ ΝΑ ΠΕΤΑΕΙ

Της Ευγενίας Μυλωνά

Πρόκειται για μια εξαιρετικά διασκεδαστική και συγκινητική ιστορία, μέσα από την οποία ο Χιλιανός συγγραφέας λέει αλήθειες που συγκινούν και προβληματίζουν .
Με το δικό του τρόπο καταγγέλλει τη ζημιά που έχει προκαλέσει στον πλανήτη η ανεξέλεγκτη βιομηχανική ανάπτυξη και ενθαρρύνει μικρούς και μεγάλους θεατές να αγωνιστούν για να γίνει καλύτερος κι ομορφότερος αυτός ο κόσμος
Η ιστορία του βιβλίου έχει ως εξής:
Η ιστορία ξεκινά με ένα σμήνος γλάρων που πετούν από τη βόρεια θάλασσα προς τον ουρανό της Βισκάιας. Κινούνται σαν «γοργό ασημένιο σύννεφο» αλλά γρήγορα έρχονται αντιμέτωποι με τον ανθρώπινο κίνδυνο που παρομοιάζεται με μια μαύρη κηλίδα πετρελαίου. Η Κενγκά είναι ο θηλυκός γλάρος που βουτά κατά λάθος στην κηλίδα και χάνεται από τους συντρόφους της. Χτυπώντας τα φτερά μέσα στο πετρέλαιο η Κενγκά καταριέται τους ανθρώπους. Λίγο πριν ξεψυχήσει, λοιπόν, η Κενγκά προσγειώνεται στο μπαλκόνι ενός διαμερίσματος, όπου γνωρίζει το γάτο Ζορμπά και του ζητά να της υποσχεθεί ότι θαφροντίσει το αυγό της, που ίσα-ίσα προλαβαίνει να γεννήσει, κι ότι θα μάθει στο μικρό γλαρόπουλο που θα γεννηθεί να πετάει. Πριν από δέκα και πλέον χρόνια ο Λουίς Σεπούλβεδα έζησε σε ένα ψαροχώρι στην Ιεράπετρα. Το πρώτο πράγμα που έκανε μόλις έφτασε στην Κρήτη ήταν να επισκεφθεί τον τάφο του Καζαντζάκη όπου έκλαψε από τη συγκίνηση. Έτσι δεν είναι τυχαίο που ο ήρωας του βιβλίου του λέγεται Ζορμπάς και δεν είναι άλλος από τον γάτο «που ήταν μαύρος και πελώριος και χοντρός». Αποφασισμένοςνα τηρήσει την υπόσχεσή του ο γάτος Ζορμπάς ζητά τη βοήθεια και τησυμβουλή και των άλλων γάτων φίλων του. Κλωσάει ο ίδιος το αυγό πουγέννησε η Κενγκά πριν πεθάνει. Βρίσκει τροφή για τη νεογέννητη γλαροπούλα που ακούει από το στόμα της τη γλυκιά και παράδοξη προσφώνηση «μαμά». Γίνονται πολλές προσπάθειες από την οικογένεια των γάτων να μεγαλώσουν το νεοσσό και να τον διαφυλάξουν από τους ανθρώπους. Τη φιλοξενούν με αγάπη και αφοσίωση στο γατίσιο κόσμο, φροντίζοντας όμως να την κάνουν να καταλάβει τη διαφορετικότητά της και τον απώτερο προορισμό της: να μάθει να πετάει όπως όλοι οι γλάροι. Της δίνουν επίσης και το όνομα Καλότυχη. Το μεγάλο μυστικό αποκαλύπτεται στους ανθρώπους, καθώς ο Ζορμπάς ζητά τη βοήθεια από έναν ευαίσθητο άνθρωπο, τον ποιητή, για να μάθει στην Καλότυχη να πετάει. Η Καλότυχη με τη βοήθεια των γάτων και του ανθρώπου πετάει από το καμπαναριό του Αγίου Μιχαήλ και ο Ζορμπάς καμαρώνει συγκινημένος και ευτυχισμένος.


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:



Ο Luis Sepulveda (Λουίς Σεπούλβεδα) γεννήθηκε το 1949 στο Ovalle, στο βορρά της Χιλής. Συμμετείχε σε φοιτητικές και συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις ενάντια στο στρατοκρατικό καθεστώς της χώρας του, κατηγορήθηκε για προδοσία και καταδικάστηκε σε φυλάκιση είκοσι οκτώ ετών. Μετά από δυόμισι χρόνια εγκλεισμού του στη φυλακή, και με παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας, αποφυλακίστηκε, αλλά υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τον τόπο του. Έγραψε ποιήματα, θεατρικά έργα, διηγήματα, δημιούργησε θεατρικές ομάδες στο Περού, το Εκουαδόρ και την Κολομβία και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Έζησε έξι μήνες στον Αμαζόνιο με τους ινδιάνους Σουάρ και αποκόμισε εμπειρίες που άλλαξαν την αντίληψή του για τον κόσμο και του πρόσφεραν το υλικό για το πρώτο του μυθιστόρημα: «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» (opera, 1993). Στρατεύτηκε στο διεθνές τάγμα «Σιμόν Μπολίβαρ» και συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα της Νικαράγουας. Το 1980 εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη και συνδέθηκε με την οικολογική οργάνωση Greenpeace. Ταξίδεψε σ όλον τον κόσμο. Του απονεμήθηκαν τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά βραβεία.

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

"Ο γύρος του θανάτου" του Θωμά Κοροβίνη

Ο γύρος του θανάτου




Της Ευγενίας Μυλωνά



Λίγα λόγια για το βιβλίο

Το βιβλίο «Ο γύρος του θανάτου» που κέρδισε το βραβείο μυθιστορήματος στα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2011 είναι ένα δυναμικό, δραματικό μυθιστόρημα που αναφέρεται στην πολυτάραχη ζωή του Αριστείδη Παγκρατίδη (1940-1968), ο οποίος συνελήφθη και εκτελέστηκε ως ο «Δράκος του Σέιχ Σου» στη Θεσσαλονίκη. Το βιβλίο αποτελεί μια άλλη ανάγνωση της υπόθεσης Παγκρατίδη, του «ανώμαλου νέου» για τον οποίο το δικαστήριο αποφάσισε την ποινή του θανάτου. «Μανούλα μου, είμαι αθώος», φώναξε όταν τον γάζωσαν οι ριπές.

Το μυθιστόρημα είναι κατευθείαν βγαλμένο από την μετεμφυλιακή Ελλάδα και τις κοινωνικοπολιτικές της μεταλλάξεις. Στο βιβλίο αυτό, ο Κοροβίνης καταπιάνεται με την πολύκροτη υπόθεση Παγκρατίδη, του «Δράκου του Σέιχ Σου», προκειμένου να ξεδιπλώσει το τοπίο μιας Ελλάδας που ακροβατούσε ανάμεσα σε λαϊκά είδωλα και καταπιεσμένες συνειδήσεις. Ο συγγραφέας παρουσιάζει σε δέκα κεφάλαια την ιστορία όπως την περιγράφουν τα ρεπορτάζ των εφημερίδων της εποχής και εννιά πρόσωπα που γνώρισαν τον Αριστείδη Παγκρατίδη. Μέσα από τις χειμαρρώδεις, αφηγήσεις τους μιλούν διαφορετικές γλώσσες ανάλογα με τα βιώματα, το χαρακτήρα και το ρόλο που διαδραματίζουν.

Ο συγγραφέας προτίμησε να προσεγγίσει τον ήρωα δια της πλαγίας οδού. Μέσω μιας σειράς άλλων φωνών πλην της δικής του. Προσφέρει έτσι στον αναγνώστη την ευκαιρία να βγάλει μόνος του τα συμπεράσματά του φωτίζοντας τις σκοτεινές πτυχές της τραγικής προσωπικότητας του νεαρού Αριστείδη.

Το βιβλίο δεν είναι καταγγελτικό. Η αξία του βιβλίου, φυσικά, δεν βρίσκεται στην ετυμηγορία των εννιά αυτών προσώπων (που τα περισσότερα είναι σίγουρα για την αθωότητά του) ούτε στη διαλεύκανση της υπόθεσης, αλλά στην περιγραφή που κάνει για τη ζωή στη Θεσσαλονίκη, ιδίως στην Τούμπα, την εποχή 1955-1960.

«Ασχολήθηκα δύο χρόνια με τη συγγραφή του μυθιστορήματος αναφέρει ο κ. Κοροβίνης σε συνέντευξή του.. Στο πεδίο της μυθοπλασίας ανήκουν τα εννέα πρόσωπα που έχω επινοήσει και μιλούν για τα δικά τους πάθη αλλά και για τον ίδιο: ένας παιδικός φίλος του, μια φιλενάδα της παραδουλεύτρας μάνας του ,ένας επαγγελματίας που παρακολουθεί τις εφηβικές του ασέλγειες στο λιμάνι, ένας δημοκρατικός χωροφύλακας που μιλάει για τους βασανισμούς του στην Ασφάλεια, ένας περιπτεράς, ρουφιάνος της Αστυνομίας, που τον καταδιώκει, ένας αστός της παραλίας που τον καταδίδει, το αφεντικό του στον «γύρο του θανάτου», μια τραβεστί και μια λαϊκή τραγουδίστρια με τις οποίες έχει ερωτική σχέση.
Τα πρόσωπα που εξομολογούνται τη ζωή τους θα μπορούσαν να είναι αληθινά, ενώ η ζωή τους διαπλέκεται με διάφορες πτυχές της ιστορίας του Παγκρατίδη. Η ιστορία του απώτερου παρελθόντος δεν με απασχολεί ως στόχος ή ανάγκη, αν εξαιρέσω τις περιπτώσεις που με υποχρέωσαν να τη μελετήσω για να στηρίξω την έρευνά μου πάνω στα δύο θέματα εθνογραφικού χαρακτήρα. Αντίθετα, είμαι παθιασμένος με την πρόσφατη ιστορία του τόπου μας καθώς και με τη ζώσα ιστορία».
Για τα δεδομένα της Ελλάδας εκείνου του καιρού, η υπόθεση Παγκρατίδη μονοπώλησε το ενδιαφέρον, γιατί τα είχε όλα – καλύτερα και από αμερικάνικο θρίλερ. Σεξ, φόβος, διαστροφή, αίμα, θάνατοι, φήμες, παραπολιτική και οργιαστικά πρωτοσέλιδα.

Στα χαμόσπιτα της Τούμπας, γειτονιά του Παγκρατίδη, αλλά και στο παγωμένο σπίτι του μετέπειτα πατρικού του στην Αγίας Σοφίας, η πείνα, η ανέχεια και το άγχος του μεροκάματου προδιαγράφουν αυτομάτως και το μέλλον αυτού του πιτσιρικά. Θα γίνει αλήτης, θα περιπλανιέται στο βούρκο της πόλης, στις κακογειτονιές και το εξίσου ύπουλο λιμάνι, όπου ανθεί το λαθρεμπόριο και το έγκλημα, η πουτανιά και τα τζιβιτζιλίκια.

Αυτές οι φωνές -που φυσικά επινοεί ο συγγραφέας- με αποσπασματικό τρόπο προσφέρουν στον αναγνώστη τις πληροφορίες για να φτιάξει ο ίδιος πλευρές του πορτραίτου του μυθιστορηματικού ήρωα. Η αποσπασματικότητα είναι ο μόνος τρόπος -μοιάζει να μας λέει ο συγγραφέας- που μπορεί κανείς να πλάσει ένα τόσο αμφιλεγόμενο, με τόσες αντιφάσεις, τόσες σκοτεινιές, τόση κόλαση και τόσο ελάχιστο παράδεισο, μυθιστορηματικό ήρωα.




Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Θωμάς Κοροβίνης γεννήθηκε το 1953 στη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης. Φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Από το 1988 έως το 1996 έζησε στην Κωνσταντινούπολη, υπηρετώντας στο Ζάππειο και το Κεντρικό Παρθεναγωγείο της.
Εδώ και χρόνια ερευνά πτυχές του ελληνικού και του τουρκικού λαϊκού πολιτισμού καθώς και τις σχέσεις μεταξύ τους. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.
Από το 1995 μέχρι και το 1999 εργάστηκε ως παραγωγός και επιμελητής ραδιοφωνικών εκπομπών.
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Είναι επίσης συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών.
Έχει συνεργαστεί με τα συγκροτήματα "Βόσπορος","Εν χορδαίς" και "Λωξάντρα".
Το 2002 δημιούργησε, μαζί με την Τουρκάλα ερμηνεύτρια Ντιλέκ Κοτς, το συγκρότημα παραδοσιακής ελληνικής και τουρκικής μουσικής "Ανατολίτικος Σεβντάς".
Βιβλία του: "Τουρκικές παροιμίες", "Κανάλ ντ' Αμούρ", "Τα πρόσωπα της Σωτηρίας Μπέλλου", "Φαχισέ Τσίκα", "Σκανδαλιστικές και βωμολοχικές ελληνικές παροιμίες", "Κωνσταντινούπολη, λογοτεχνική ανθολογία: Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη", "Ο Μάρκος στο χαρέμι", "Το χτικιό της Άνω Τούμπας", "Οι ασίκηδες", "Οι ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας", "Όμορφη νύχτα", "Σμύρνη: μια πόλη στη λογοτεχνία", "Ο γύρος του θανάτου", "Το αγγελόκρουσμα",κ.α.



Το βιβλίο «Ο γύρος του θανάτου» του Θωμά Κοροβίνη θα παρουσιαστεί στις 25 Ιουνίου στη Λέσχη Ανάγνωσης «Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα» της Περιφερειακής Βιβλιοθήκης Κάτω Τούμπας στην οδό Πυλαίας 59 (τηλ.2310919039)

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΑΡΑ

Το ξέρουν όλα τα μωρά, που συχνάζουν στην τραμπάλα. Όταν ο ένας είναι πάνω, ο άλλος είναι κάτω. Βάζει ο πρώτος το κορμί του να σηκώσει το βάρος του απέναντι, καρφώνει τα πόδια του στο χώμα, γίνεται στήριγμα, βαρίδι και θεμέλιο. Ατενίζει ο δεύτερος τον κόσμο από ψηλά, απολαμβάνει άνεση, ελευθερία και θέα. Χαίρεται τα πρωτεία του και τη μαγκιά του. Καταλαβαίνει, κάποτε, πως ήρθε η σειρά του να στηρίξει. Συνεργάζεται, προσγειώνεται, κρατάει γερά, για ν΄ απογειωθεί ο φίλος. Και πάει λέγοντας. Δε γίνεται αλλιώς. Δεν το επιτρέπει η κυκλοφορία. Κάτι σαν τα παλιά μονά ζυγά. Το κόκκινο και το πράσινο. Το σταμάτα και ξεκίνα.  Το θέμα είναι, βέβαια, να μη μπλοκάρει το σύστημα. Γιατί αν είναι να μένει πάντα ο ίδιος πάνω κι αντίστοιχα ο ίδιος κάτω, τότε δεν πρόκειται για τραμπάλα, αλλά για μεγάλη αδικία της ζωής. Τότε πρόκειται για σκάνδαλο της μοίρας. Για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Και καλά, αυτός που βρίσκεται συνέχεια στα ψηλά, ποιός τη χάρη του, ο άτιμος καλοπερνάει. Ο άλλος, που ακουμπάει συνεχώς στη γη, πόσες αντοχές να μαζέψει δηλαδή? Πόσα κουράγια? Η ζωή είναι ομαδική υπόθεση. Κανείς δεν παίζει μόνος του. Κανείς δεν κρατάει μόνιμα την μπάλα. Μόνος του παίζει μόνο ο νεκρός. Νεκρό, δε σ΄ ενοχλεί κανένας. Πιάνεις το τσιφλίκι σου και σαπίζεις ανενόχλητος με το πάσο ή τη βιασύνη σου, αυτοκαλλιεργείσαι. Εσύ κάνεις τα κουμάντα. Όμως, ο ζωντανός εξαρτάται. Κι αυτή η εξάρτηση είναι μεγάλο πράγμα. Είναι το φτερό που σε πετάει μακριά και ταξιδεύεις, το σχοινί που σε τραβάει πίσω και δε χάνεσαι, ο λόγος για την ύπαρξη,  η αιτία για το παιχνίδι. Ο δρόμος και η διαδρομή. Και πριν λίγο καιρό στο δρόμο συνάντησα ένα τυφλό ζευγάρι. Τυφλό, τελείως τυφλό, απ΄ αυτά που νομίζεις πως ίσως και να το κάνουνε στ΄ αστεία όλο αυτό, πως ίσως και να κάνουν πλάκα. Από ένα μπαστούνι κρατούσε ο καθένας καθώς βάδιζε κι είχαν ένα παιδί μαζί τους. Η πόλη κουδούνιζε τη ζωντάνια της στ΄ αυτιά τους, κροτάλιζαν τα τύμπανά τους, τα τσιμέντα ζέσταιναν τις πατούσες τους, αυτή είναι η θαλπωρή της πόλης σκέφτονταν, η βαριά οσμή της θάλασσας έπνιγε την αναπνοή τους, τη λαχταρούσαν μέρες. Όμως το βήμα τους δε σκάλωσε. Αυτό το τρίχρονο, μόλις, παιδί με ανοιχτά τα μάτια, τους έμπαζε με σιγουριά στο απόγευμα. Έκανε να χτυπήσει η μητέρα σ΄ ένα στύλο, το μπαστούνι της τσούγκρισε ελαφρά στο σίδερο, το πρόσωπό της όμως δεν άγγιξε την κολώνα. Γιατί εκείνη τη στιγμή την τράβηξε η μικρή διακριτικά και την προφύλαξε. Έτσι συνέχισαν τη βόλτα τους, απλά κι απαλά κι ας μη φαινόταν τίποτα, εγώ όλα τα είδα, τον πατέρα λίγο πιο μπροστά, σαν πατέρα, τη μητέρα με το παιδί της, σαν μητέρα με παιδί και το παιδί, σαν οδηγό και άγγελο και παιδί μαζί. Γιατί σαν όλα τα παιδιά, έτσι κι αυτό θα ΄χει παίξει σίγουρα στην τραμπάλα. Και θα το ένιωσε ίσως πως η ζωή, της μοιάζει εκπληκτικά. Και πως σε ένα διάστημα, δευτερολέπτων πάντα, οι δυο αναβάτες αιωρούνται ταυτόχρονα στο κενό. Στην αβεβαιότητα, στην άγνοια, στο όλα είναι πιθανά, μην αποκλείεις τίποτα. Όπως, το να οδηγείς εκείνους που θα ΄πρεπε να σ΄ οδηγούν. Αλλά ποιός νοιάζεται για το τί πρέπει, ζωή είναι εδώ, κράτα με και περπάτα.


theodosia kaidoglou


Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

"Το γράμμα μιας άγνωστης" του Zweig, Stefan

Το γράμμα μιας άγνωστης


Της Ευγενίας Μυλωνά

Ο Στέφαν Τσβάιχ(Stefan Zweig,Βιέννη,Αυστρία,28 Νοεμβρίου1881- Πετρούπολη,Βραζιλία,23 Φεβρουαρίου1942) ήταν Αυστριακός συγγραφέας, δημοσιογράφος και βιογράφος.

Γιος του Μόριτζ Τσβάιχ, πλούσιου Εβραίου βιομηχάνου, σπούδασε φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Βιέννης, όπου το 1904 έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα. Η εβραϊκή θρησκεία ελάχιστα επηρέασε την οικογενειακή ζωή και τη μόρφωσή του. "Η μητέρα και ο πατέρας μου ήταν εβραϊκής καταγωγής μόνο στα χαρτιά" δήλωσε ο αργότερα σε μια συνέντευξη. Ωστόσο, ο ίδιος δεν αποκήρυξε την Εβραϊκή πίστη του και έγραψε επανειλημμένως άρθρα σχετικά με την Εβραϊκή ζωή. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε στο γερμανικό Υπουργείο Άμυνας. Παρ’ όλα αυτά παρέμεινε ειρηνιστής σε όλη του τη ζωή, τασσόμενος υπέρ της ενοποίησης της Ευρώπης. Το έτος 1934, μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, κατέφυγε στην Αυστρία κι έπειτα στην Αγγλία. Στη συνέχεια έζησε στην Αγγλία (στο Λονδίνο και από το 1939 στο Bath), και στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1940. Το 1941 πήγε στη Βραζιλία, όπου στις 23 Φεβρουαρίου 1942 ο ίδιος και η δεύτερη σύζυγός του, Lotte, αυτοκτόνησαν απελπισμένοι για το μέλλον της Ευρώπης και του πολιτισμού της.

Για το Τσβάιχ ο φίλος του Ρομέν Ρολάν είχε γράψει προλογίζοντας το βιβλίο «Το γράμμα μιας άγάγνωστης» στην πρώτη του έκδοση το 1926: Είναι γεννημένος καλλιτέχνης....ο ποιητής με τη σημασία που δίνει ο Γκαίτε σ' αυτή τη λέξη. Γι' αυτόν η ζωή αποτελεί την ουσία της τέχνης.
Από τίποτα δεν εξαρτιέται και τίποτα δεν του είναι ξένο: καμιά μορφή τέχνης, καμιά μορφή ζωής.

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Το ΄΄Γράμμα μιας άγνωστης΄΄, είναι το γράμμα που γράφει μια γυναίκα , στο τέλος της ζωής της και απευθύνεται σε κάποιον που είχε γνωρίσει όταν ήταν έφηβη και αγάπησε παράφορα. Μέσα από αυτό το γράμμα ξετυλίγονται όλα όσα έζησε αυτά τα χρόνια...

Ανεκπλήρωτη αγάπη. Μια αγάπη συνυφασμένη με τα έντονα συναισθήματα αλλά και τον πόνο, τη μοναξιά... Από την μια ανυψώνει τον άνθρωπο στα ουράνια και την ίδια στιγμή τον προσγειώνει στη πιο σκληρή πραγματικότητα, στη συνεχή συνειδητοποίηση της απόρριψης. Όταν κάποιος αγαπά, ξεκλειδώνονται από τη καρδιά του τα πιο όμορφα συναισθήματα και εκφράζονται μες στα μάτια του όλες οι μορφές γαλήνης, γλυκύτητας και ψυχικής ευφορίας. Αν όμως αυτή η αγάπη δεν είναι αμφίδρομη, τα συναισθήματα γίνονται βασανιστικά.

Ολόκληρο το γράμμα περιτριγυρίζεται από έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Τον έρωτα αυτής της έφηβης για έναν πετυχημένο συγγραφέα. Αυτή μένει στο απέναντι σπίτι. Χωρίς αυτός να το ξέρει, τον παρατηρεί συνεχώς, ακολουθεί όλες του τις κινήσεις, μαθαίνει τη ζωή του καλύτερα και από τον ίδιο. Έτσι, χτίζει τη ζωή και τα όνειρά της πάνω του χωρίς αυτός να έχει τη παραμικρή ιδέα για αυτό. Θα συναντηθούν τρεις φορές κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Αυτός δε θα θυμάται ποτέ τη κοπέλα, μα αυτή, κάθε φορά, θα παίρνει ανάσες ευτυχίας.

Σε αυτό το γράμμα του τα εξηγεί όλα με κάθε λεπτομέρεια, του αναλύει τη δική της αλλά και τη δική του ζωή που ξέρει τόσο καλά. Από την αρχή έως το τέλος που έχει ήδη έρθει για την ίδια.

‘’Αν είχες καταλάβει αυτό που πάντα είχες... Θα 'χες αυτό που δεν χάνεις ποτέ..."

Στο τέλος της ανάγνωσης θα αναρωτηθείτε αν αυτό ήταν Αγάπη ή Εμμονή… Όταν μπερδεύεται η αγάπη με την εμμονή, ο νους αρρωσταίνει και ο ερωτευμένος επιζητεί να χορτάσει τη δίψα του συνεχώς μη μπορώντας να περιορίσει αυτή την δηλητηριώδης για τη καρδιά του ιδέα.

Το βιβλίο έχει γυριστεί σε ταινία (Letter from an Unknown Woman, 1948), αλλά παίζεται και στο θέατρο με μεγάλη επιτυχία.

Καλή ανάγνωση



Το βιβλίο του  Zweig, Stefan "To γράμμα μιας άγνωστης" θα συζητηθεί στη Λέσχη Ανάγνωσης "Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα" στην Περιφερειακή Βιβλιοθήκη Κάτω Τούμπας την Τρίτη  4 Ιουνίου στις 8:00 μ.μ.